DNA
Αυτό το έργο τοποθετήθηκε στο Μονοπάτι της Ζωής. Ένα μονοπάτι που ξεκινάει από τα όρια της παλιάς πόλης της Ξάνθης και ακολουθεί τον ποταμό Κόσυνθο.
Στο μονοπάτι αυτό έχουν τοποθετηθεί αρκετά έργα τέχνης καλλιτεχνών που σχετίζονται με την πόλη. Εκεί συναντά κανείς και τη Σπηλιά του Έρωτα.
Σύμφωνα με το θρύλο, η Ξανθίππη, κόρη ενός καπνεμπόρου και ο Ξάνθος, φτωχός πλυν τίμιος νέος, ερωτευμένοι καθώς ήταν, συναντιώταν εδώ στα κρυφά γιατί ο έρωτάς τους ήταν απαγορευμένος. Εδώ τους βρήκε και ο θάνατος μιας και (ως άλλοι Ρωμαίος και Ιουλιέτα) αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν διότι οι καλόγεροι της κοντινής μονής αρνήθηκαν να τους παντρέψουν.
Στη σπηλιά αυτή τοποθετήθηκε και το έργο μου, DNA. Στο γλυπτό αυτό οι δύο νέοι ξανασυναντιούνται στη Σπηλιά του Έρωτα και από τις σκιές του προκύπτει αυτή η ταυτοτική υπόσταση του ζευγαριού για την ίδια την πόλη. Δύο σώματα μπλέκουν, τα πρόσωπά τους πλησιάζουν και γίνονται ένα σώμα.
Παρ’ όλ’ αυτά ούτε μέσα από την τέχνη δεν κατάφερε αυτό το ερωτευμένο ζευγάρι να παραμείνει στην Σπηλιά του Έρωτα, καθώς το έργο καταστράφηκε μετά από πτώση βράχων.
Το ποίημα του Γιώργου Κωστούλα “Ξάνθος και Ξανθίππη” που βρίσκεται χαραγμένο έξω από τη Σπηλιά του Έρωτα μας λέει ακόμα την ιστορία των δύο νέων.
Ξάνθος και Ξανθίππη
του Γιώργου Κωτούλα
Σ’ αρχοντικό μια ζωγραφιά, ήλιος ερωτευμένος
χτένι χαϊδεύει τα μαλλιά, φέγγει φρεσκολουσμένος.
Μάτια καθάρια γαλανά του Ιουνίου χάντρες
ψάχνουν και ψάχνουν στα στενά τον Ξάνθο μες τους άντρες.
Ελπίδα κι αναστεναγμός μπροστά όλο κοιτάζουν
στενόδρομοι και ουρανός τα φώτα σαν ανάβουν.
Μα να που φώτισαν το νιο, λεβέντης πέρα ως πέρα
βέλος και τόξο σε χορό και σε κουτί μια βέρα.
Τον είδε η Ξανθίππη μας βιολέτα ταραγμένη
και τρέχει στην αυλόπορτα ερωτοχτυπημένη.
Ανοίγει ο Ξάνθος το κουτί γελώντας η ομορφιά του
σκορπάνε άνθη στην αυλή μαζί με τα φιλιά του.
Αμέσως χίλια χρώματα τους περιτριγυρίζουν
μαζί και τα αρώματα που μέθη τους χαρίζουν
Έτσι θαρρείς ξεκίνησε δυο νέοι να πονούνε
σαν ζήτησαν του έρωτα φτερά για να πετούνε
“Αχ τούτος δω ο έρωτας δεν είναι φαντασία
πουλιά της γης και τ’ ουρανού μας λεν την ιστορία.
Τούτος εδώ ο έρωτας, ο γόρδια δεμένος
αντί σπαθιού θα βρει γκρεμό, θα γίνει ματωμένος”
Στο σπίτι του καπνέμπορα, τα φώτα αναμμένα
φωνές σ’ ανέμους και αυλή, φύλλα κιτρινισμένα.
Ματώνοντας τα χείλη της η ώρα σαν περνούσε
η κόρη μας αγέλαστη τον νου κρυφοπετούσε
Έβλεπε στο καλάθι της τα μαζεμένα “όχι”
και έστελνε το δάκρυ της τον Ξάνθο ν’ ανταμώσει.
Και να ‘τοι στο μυλαύλακα σαν Πάρης και Ελένη
λαχανιαστά λαχανιαστά να τρέχουν φοβισμένοι.
Κάποιες σκιές τους λαχταρούν πάνω στο μονοπάτι
μέχρι να φτάσουν στη σπηλιά ,στη ρίζα απ’ το λοφάκι.
Σε αργαλειό μπήκαν κλαδιά και φτιάξανε κρεβάτι
ενώ πουλιά ζευγάρωναν μιλώντας για αγάπη.
Όμως δυο φόβοι τριγυρνούν και γύρω τους πετούνε
ο ένας είναι μη τους βρουν, τον άλλο τον κοιτούνε.
Διώξαν τους φόβους οι καρδιές σμίγοντας τους χυμούς τους
γίνανε μια οι δυο ψυχές ξεχνώντας τους καημούς τους.
Στην άρπα του ο Κόσυνθος χάιδευε τη χαρά τους
νότες και δροσερό νερό στάζει στα πρόσωπά τους
Βήμα γοργό κι ανηφοριά μπροστά το μοναστήρι
ο δρόμος για παρηγοριά, μα άδειο το ποτήρι.
Η κόρη μελαγχόλησε , δάκρυσε ο λυγμός της
στη ζητιανιά ο θάνατος με το γκρεμό εμπρός της.
Μες την κουβέντα ο χαμός, τάμα γι’ αγάπη αιώνια
χυμά η Ξανθίππη λεύτερη στου χάρου τα σαγόνια.
Στο βήμα και ο Ξάνθος μας θέλει να ακολουθήσει
μ’ ακούστηκε χειλιών φωνή, να πάει να τα φιλήσει.
Σμίξαν του πόνου οι αγκαλιές, η μια τους ματωμένη
η άλλη της απόγνωσης, αγάπη μου καημένη.
Τώρα στα χέρια την κρατά στο δρόμο για την πόλη
κι αυτή τα μάτια του κοιτά φιλώντας τα ακόμη.
Μα κάπου εκεί κατά μεσής νερό και μονοπάτι
είδαν τη βάρκα της ψυχής να δένει σε πευκάκι.
Η κόρη έγινε πουλί ,φώλιασε σε βραχάκι
γλυκιά του έρωτα φωνή σαν βλέπει ζευγαράκι.
