Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου

Το 1938 ο Γιώργος Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα από την Κορυτσά, όπου είχε διοριστεί Πρόξενος της Ελλάδας το 1936. Ο ποιητής γυρίζοντας στην πατρίδα του βρίσκει το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά (1936-1941) καλά εδραιωμένο και βιώνει με απογοήτευση, όχι μόνο το καθεστώς ανελευθερίας που έχει επιβληθεί, αλλά και την τοποθέτησή του στη Διεύθυνση Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, την οποία ως κυβερνητικός υπάλληλος δεν μπορεί να αρνηθεί. Ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να εργαστεί για τη στρατιωτική κυβέρνηση κι αυτό του δημιουργεί δυσφορία και δυσκολία στο να αποδεχτεί το νέο του ρόλο. 

Η επιθυμία του ξενιτεμένου να επιστρέψει στην πατρίδα του, στρέφεται περισσότερο προς την πατρίδα όπως τη γνώριζε προτού φύγει. Το ποίημα ξεκινά με τη διαπίστωση πως ο ξενιτεμένος στα χρόνια που απουσίαζε έχει διαμορφώσει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στα πλαίσια μιας άλλης χώρας, μακριά από τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα του. Όλα όμως έχουν αλλάξει και δεν είναι έτσι όπως τα περίμενε. Ο ξενιτεμένος γυρίζοντας αναζητά τον παλιό του κήπο, το χώρο όπου μεγάλωσε, μα με έκπληξη διαπιστώνει πως όλα γύρω του είναι πολύ μικρότερα απ’ ό,τι τα θυμόταν. Νιώθει εγκλωβισμένος στο “σπίτι” του (το σπίτι στην εικόνα του έργου μπορεί να μεταφραστεί ως πατρίδα, ως οικογένεια, ως κατάσταση…), γυμνός, απροστάτευτος, πληγωμένος… Σ’ ένα “σπίτι” που δεν τον χωράει… Σ’ ένα “σπίτι” που μοιάζει με στάνη. Η αναφορά στη στάνη (χώρος όπου φυλάσσονται τα πρόβατα), σε συνδυασμό με την εικόνα των γονατιστών ανθρώπων, έρχεται να αποκαλύψει την αίσθηση του ποιητή πως όλοι γύρω του έχουν υποταχτεί, έχουν σκύψει το κεφάλι και έχουν αποδεχτεί τη νέα κατάσταση. Ο ποιητής θα προσδοκούσε να βρει τους ανθρώπους έτοιμους να αντιταχθούν στη στέρηση της ελευθερίας που τους έχει επιβληθεί, θα περίμενε τους συμπολίτες του έτοιμους να αγωνιστούν, κι όχι υποταγμένους. Η εικόνα του εγκλωβισμένου δίνει και την αίσθηση ενός εμβρύου, το οποίο δηλώνει αδυναμία…  

Το ανεμοδαρμένο δέντρο λυγίζει στη δύναμη του αγέρα… 

Μα αντιστέκεται… 

Τριαντάφυλλος Βαΐτσης 

Το γλυπτό αυτό έγινε για την έκθεση «Γιώργος Σεφέρης – Όταν το φως χορεύει, μιλώ δίκαια». Επέλεξα αυτό το ποίημα γιατί πιστεύω πως οι περισσότεροι άνθρωποι το έχουν βιώσει, ως ένα βαθμό, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. 

 

 

Ο γυρισμός του ξενιτεμένου 

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις; 

χρόνια ξενιτεμένος ήρθες 

με εικόνες που έχεις αναθρέψει 

κάτω από ξένους ουρανούς 

μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου. 

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο· 

τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση 

κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια 

κι όμως σαν ήμουνα παιδί 

έπαιζα πάνω στο χορτάρι 

κάτω από τους μεγάλους ίσκιους 

κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές 

ώρα πολλή λαχανιασμένος. 

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου 

σιγά-σιγά θα συνηθίσεις· 

θ’ ανηφορίσουμε μαζί 

στα γνώριμά σου μονοπάτια 

θα ξαποστάσουμε μαζί 

κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων 

σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου 

το περιβόλι κι οι πλαγιές σου. 

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι 

με τ’ αψηλά τα παραθύρια 

σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό 

γυρεύω την αρχαία κολόνα 

που κοίταζε ο θαλασσινός. 

Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη; 

οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους 

κι όσο μακριά και να κοιτάξω 

βλέπω γονατιστούς ανθρώπους 

λες κάνουνε την προσευχή τους. 

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς; 

σιγά-σιγά θα συνηθίσεις 

το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις 

κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν 

σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου 

γλυκά να σε καλωσορίσουν. 

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου; 

σήκωσε λίγο το κεφάλι 

να καταλάβω τί μου λες 

όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου 

ολοένα πάει και λιγοστεύει 

λες και βυθίζεσαι στο χώμα. 

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου 

σιγά-σιγά θα συνηθίσεις  

η νοσταλγία σού έχει πλάσει 

μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους 

έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους. 

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά 

βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος 

παράξενο πώς χαμηλώνουν 

όλα τριγύρω κάθε τόσο 

εδώ διαβαίνουν και θερίζουν 

χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα. 

Γ. Σεφέρης, Ἀθήνα, ἄνοιξη ’38  

No Comments

Post A Comment